Η επανάσταση των σιωπηλών
Του κ. Γιώργου Γραμματικάκη
Καθώς η κρίση απλώνει βαριά την σκιά της στην χώρα και τις ψυχές μας, πολλοί προσπαθούν να προδικάσουν το μέλλον. Κάποιοι αναλυτές θεωρούν ότι θα υπάρξουν βίαιες αντιδράσεις, άλλοι πάλι ότι η απάθεια θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί.
Ενώ όμως μια κλασική επανάσταση δεν είναι ανάμεσα στα ενδεχόμενα -ούτε οι συνθήκες υπάρχουν, ούτε ο εχθρός είναι ορατός- εγώ οραματίζομαι από παλιά μια άλλη επανάσταση. Μια επανάσταση διαφορετική από όσες περιγράφουν τα βιβλία, από όσες απεικονίζουν στις ταινίες τους οι σκηνοθέτες. Την ανάγκη της μάλιστα διατύπωσα πολλά χρόνια πριν. Kαθώς όμως περνά ο καιρός αυτή η άλλη επανάσταση, που οραματίζομαι, κερδίζει διαρκώς σε περιεχόμενο και ορμή.
Η επανάσταση λοιπόν, που οραματίζομαι, θα είναι μια επανάσταση των σιωπηλών. Δεν θα έχει σημαίες αναπεπταμένες, συνθήματα και ιδεολογικές διακηρύξεις. Θα είναι μια επανάσταση βουβή, που θα στηρίζεται απλώς στην αλληλεγγύη των βλεμμάτων. Θα ξεκινήσει από την απόλυτη, την οργισμένη σιωπή, και θα αποδώσει στον άνθρωπο όσα στερήθηκε, όσα ονειρεύθηκε, ό,τι ζήτησε με κραυγές –πριν επιλέξει την σιωπή.
Γιατί αυτή η σιωπή, είναι η απόγνωση και η προσδοκία του. Δεν είναι αποδοχή, μήτε μοιρολατρία. Η σιωπή είναι το μέτρο της διαψευσμένης του ζωής, η πίκρα για τις επαγγελίες που ακυρώθηκαν, η οργή για την υποκρισία και το ψέμα. Η σιωπή είναι το ανώτερο στάδιο της πολιτικής ωριμότητας. Αν οδηγήσει στην επανάσταση, θα είναι μια επανάσταση αληθινή, αφού για πρώτη φορά δεν θα δεσμεύεται από τα λόγια της. Θα δεσμεύεται μόνον από τα αισθήματα της.
Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν απευθύνεται λοιπόν σε ορισμένες τάξεις κοινωνικές, ούτε υπόσχεται ευημερία και δικαιώματα. Υπόσχεται μόνον μια άλλη γλώσσα: Την ξεχασμένη γλώσσα της ειλικρίνειας και της ευθύνης. Δεν επιδιώκει την εξουσία, αφού όπως απέδειξε η Iστορία, αυτό οδηγεί στην βία και τον εκφυλισμό. Επιδιώκει, όμως, να αποδώσει στον άνθρωπο την εξουσία της ζωής του, να απαντήσει στην βουβή απόγνωση της σιωπής του. «Η επανάσταση» σχολιάζει ένας θεωρητικός της, «συνιστά μια πνευματική αναταραχή, μέσω της οποίας μια ομάδα ανθρώπων επιδιώκει να θέσει νέα θεμέλια για την ύπαρξη της.”
Σε αυτήν λοιπόν την επανάσταση, που αναζητά αιωνίως τα θεμέλια της, δεν έχουν ίσως θέση οι ποιητές, μήτε οι φιλόσοφοι. Έχουν όμως θέση οπωσδήποτε οι άνεργοι. Ο φιλόσοφος προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο, ο ποιητής δημιουργεί τον δικό του. Ο άνεργος όμως τον στερείται εξ ορισμού. Η ανεργία αποτελεί τον παραλογισμό ενός πολιτισμού, που δεν παύει να επαίρεται για τις κατακτήσεις του. Ο παραλογισμός αυτός, αλλού εκδηλώνεται στην πρόκληση της χλιδής, στον άνεργο σε ταπεινώσεις που δεν τελειώνουν. Ο άνεργος κατέφυγε στην σιωπή, επειδή κουράστηκε να ακούει για επενδύσεις και για τη μείωση της ανεργίας·που εξαιρούν ωστόσο πάντοτε τον ίδιο. Ο άνεργος είναι πια σιωπηλός, όχι επειδή θέλει να κρύψει την οργή του, αλλά επειδή δεν αντέχει να μιλήσει άλλο.
Η σιωπή -που κρύβει την απόγνωση- χαρακτηρίζει ακόμα όσους έχουν έγνοια πραγματική για την φύση και το περιβάλλον. Δεν είναι πάντοτε οι «οικολόγοι». Οι οικολόγοι φλυαρούν χωρίς μέτρο, καταφεύγουν σε θεωρίες και αναλύσεις, ενώ συχνά κρυφοκοιτάζουν την εξουσία. Στην επανάσταση των σιωπηλών θα συμμετέχουν οι άλλοι: Όσοι γνωρίζουν ότι η ανάσα της φύσεως είναι το ίδιο σπουδαία με την δική τους ανάσα, ότι τα τραύματά της αποτελούν τραύματα στο δικό τους το σώμα και την ψυχή. Αν σήμερα η μόνη προσδοκία τους είναι η επανάσταση των σιωπηλών, είναι επειδή κουράστηκαν να υπομένουν: Την ασίγαστη μανία καταστροφής ενός ευλογημένου τόπου, τις απάνθρωπες πόλεις που στεγνώνουν τις ψυχές, την θυσία του αιώνιου και του αναγκαίου στο εφήμερο και το ταπεινό.
Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν υπόσχεται νόμους και διατάγματα, που θα αποβλέπουν στην «προστασία» του περιβάλλοντος. Θεωρεί, αντίθετα, ότι είναι ο άνθρωπος που επείγει να προστατευθεί. Εκείνος –που σήμερα σιωπά με απόγνωση- οδηγείται σταθερά στην αποξένωση, επειδή το περιβάλλον μοιάζει να ανήκει πάντοτε σε κάποιους άλλους. Μόνον όμως όπου το περιβάλλον παραμείνει υπερήφανο και ανέγγιχτο, μπορεί να ανθίσει η πραγματική ζωή. Αλλιώς, θα πληθαίνουν οι απομιμήσεις και τα ομοιώματα της.
Στην επανάσταση των σιωπηλών συμμετέχουν και όσοι είδαν τον διαφορετικό κόσμο, που έπλασαν μέσα τους, να διαψεύδεται και να συντρίβεται. Ούτε μετάνιωσαν όμως, επειδή ο δικός τους κόσμος είχε αξίες και ήθος, ούτε μπορούν να τον αλλάξουν. Στην επανάσταση των σιωπηλών, είναι σημαιοφόροι χωρίς σημαίες, πεζοπόροι χωρίς προμήθειες. Διαθέτουν την τιμιότητα του βλέμματος και μια βαθύτερη αξιοπρέπεια. Ο κόσμος που έπλασαν -που είχε αξίες και ήθος- είναι πάντοτε εκεί. Αυτοί, οι σημαιοφόροι –χωρίς σημαίες- στην επανάσταση των σιωπηλών, είναι η εγρήγορση και η συνείδηση της.
Όσοι άλλωστε κατέφυγαν στην σιωπή, δεν έπαυσαν να ονειρεύονται: Την δίκαιη συγκρότηση του κοινωνικού ιστού, την αύρα μιας παιδείας ουσιαστικής, την ενίσχυση των δημιουργικών δυνάμεων που εν είδει μικρής φωτιάς υπάρχουν στον καθένα. Αντί όμως, όσοι καταφεύγουν σήμερα στην σιωπή, να κερδίσουν λίγα από τα όνειρα τους, έγιναν αριθμοί και αποδέκτες. Αριθμοί σε πίνακες στατιστικής και σε μετρήσεις θεαματικότητας, αποδέκτες των παραλογισμών μιας ψηφιακής οικονομίας, όμηροι μιας ζωής που διαρκώς αφυδατώνεται. Κι ενώ τα λόγια των πολιτικών επιμένουν να διαγράφουν κύκλους ανούσιους και υποκριτικούς, εκείνοι, στην σιωπή τους, προτιμούν να ακούν τον ήχο των κυμάτων, και την βουή των επερχομένων γεγονότων.
Αυτός άλλωστε –εγώ ή εσείς- που οραματίζεται την επανάσταση των σιωπηλών, δεν ενδιαφέρεται αν επικριθεί ως ρομαντικός, ούτε αν καταταχθεί από τους εχέφρονες στους υπέρμαχους μιας ουτοπίας, από τις πολλές που γνώρισε η ιστορία. Οι επικριτές της επανάστασης των σιωπηλών, συχνά φορτωμένοι με διπλώματα και κοινωνιολογικές περγαμηνές, αγνοούν την αξία της σιωπής, το εν δυνάμει επαναστατικό της περιεχόμενο. Τι άλλο όμως ήταν, η εξέγερση του Πολυτεχνείου –η μόνη που τελευταία γνώρισε η χώρα- από μια κραυγή σπαρακτική, μια στιγμή επαναστάσεως ύστερα από χρόνια σιωπής; Η σιωπή υπήρχε από νωρίς στις διαψευσμένες προσδοκίες των νέων ανθρώπων, σερνόταν στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και τους δρόμους της Αθήνας, μιλούσε με μουσικές και αθέατα δάκρυα. Η βία επιτάχυνε την έκφραση της, τα τάνκς προσπάθησαν να καλύψουν την απειλή της.
Οσοι λοιπόν αμφισβητούν την επανάσταση των σιωπηλών, δεν μέτρησαν ποτέ την αξία της σιωπής, δεν έτυχε ποτέ να αντιληφθούν την εκρηκτική της δύναμη. Μήπως όμως μέσα στην σιωπή δεν ανθίζει ο έρωτας - ή και πάλι σιωπηλά δεν πλάθει ο δημιουργός το έργο του;
«Οι επαναστάσεις είναι τρελές εμπνεύσεις της ιστορίας» έγραψε ένας επαναστάτης, που μάλιστα δολοφονήθηκε από τους πρώην συντρόφους του. Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν θα είναι απλώς μια τρελή έμπνευση της ανθρώπινης ιστορίας. Θα είναι ίσως η συνέχεια και η αποθέωση της.
Βασανίζομαι κάνοντας σκέψεις
Βασανίζομαι που έλεγε και ένα παλιό σύνθημα στους τοίχους της Αθήνας. Βασανίζομαι κάνοντας σκέψεις μπας και βρω μια στάλα λογικής να ξαποστάσω πάνω της.
Σκέψη πρώτη, κυνική. Οι πολιτικοί είναι επαγγελματίες. Ας ξεχάσουμε τα ευγενή ιδεώδη και τις εκθέσεις ιδεών περί πατριωτισμού, προσφοράς στην πατρίδα, λειτουργήματος και ούτω καθεξής. Αρκετά χρόνια πορευθήκαμε με αυτό το παραμύθι, ας σκοτώσουμε τον δράκο να πάμε παρακάτω. Πληρώνονται από εμάς για να κάνουν μια συγκεκριμένη δουλειά. Θεωρητικά. Στην πράξη, το πρώτο τους μέλημα είναι η διατήρηση της θέση τους, το κόμμα, η εξουσία. Τα παιχνίδια που παίζονται πολλά, τα χρήματα που διακινούνται και τα συμφέροντα που διακυβεύονται ακόμα περισσότερα. Όχι τα δικά μας συμφέροντα, των κατ επίφαση εργοδοτών τους. Τα δικά τους και αυτών που στην πραγματικότητα κινούν τα νήματα, αυτών που έχουν μείνει στο απυρόβλητο, των γνωστών αγνώστων. Αν το δεις από αυτό το πρίσμα, δεν είναι κατώτεροι των περιστάσεων, είναι ικανοί. Μεγαλοφυείς θα έλεγα. Δίνουν και την ύστατη ρανίδα του αίματος τους για να υπηρετήσουν τον στόχο τους. Θα συνεργαστούν εάν και μόνο αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς τους.
Σκέψη δεύτερη, αυτογνωσίας. Οι πολιτικοί είναι σάρκα από την σάρκα μας. Δεν ήρθαν από άλλο πλανήτη, δεν γεννήθηκαν με παρθενογένεση. Γαλουχήθηκαν μέσα σε τούτη την χώρα, με την κουλτούρα της, τις αξίες , τον πολιτισμό της. Κουβαλούν τα λάθη, την λογική, τον παραλογισμό της όπως όλοι μας. Τους θρέψαμε με την ψήφο και την ανοχή μας, τα χειροκροτήματα μας. Τους ταϊσαμε με πλαστικές σημαίες κάτω από μπαλκόνια, μας βόλεψαν τόσα χρόνια με δανεικά λεφτά, δανεικές δουλειές και επίπλαστη ευμάρεια και ευημερία. Καταπίναμε αμάσητο το παραμύθι του κυρίαρχου λαού, κλείνοντας τα μάτια οικειοθελώς στον δικομματισμό που γιγαντώναμε. Δεν έχουν οι πολιτικοί κοντή μνήμη, εμείς έχουμε, αυτοί απλώς την χρησιμοποιούν προς όφελος τους. Τώρα που εμείς «ξυπνήσαμε» τους ζητάμε ευθύνες. Λογικό. Αλλά γιατί να είναι περισσότερο υπεύθυνοι οι τριακόσιοι και όχι τα έντεκα εκατομμύρια που τους ψήφισαν; Πως έγιναν μέσω εν μια νυκτί ανίκανοι όλοι αυτοί που 30 χρόνια τώρα τους επιλέγουμε για να μας κυβερνούν εναλλάξ; Πότε τους δώσαμε θεσμικά, με την ψήφο μας την εντολή να συγκυβερνήσουν, να μάθουν τι θα πει συναίνεση και συνεργάζομαι για να το απαιτούμε τώρα τόσο επιτακτικά; Ακόμα χειρότερα, πότε αλήθεια μάθαμε εμείς οι ίδιοι να συνεργαζόμαστε; Γιατί πρέπει να εφευρίσκουμε πάντα έναν εχθρό, έναν κίνδυνο για να συμπορευθούμε εναντίον του ενώ σε καιρό ειρήνης το θεωρούμε ανώφελο να μην πω κατακριτέο;
Σκέψη τρίτη, φαρμακερή. Αν αύριο γίνουν εκλογές, τι θα ψηφίσουμε εμείς, ο σοφός λαός τώρα που αποφασίσαμε ότι όλοι είναι άχρηστοι και κανείς δεν μπορεί να εκπροσωπήσει τα θέλω μας; Θα χρησιμοποιήσουμε την νεοαποκτηθείσα γνώση θετικά ή θα συρθούμε για μια φορά ακόμη πίσω από το εκβιαστικό άλλοθι της ακυβερνησίας και θα δώσουμε ως άλλοι βουλευτές μια «τελευταία ευκαιρία»; Θα ψηφίσουμε ή με ένα μεγαλεπήβολο «όχι» θα πετάξουμε τις ευθύνες από πάνω μας; Θα σταθούμε στο ύψος μας ή τελικά θα πρέπει να αποδεχθούμε την αλήθεια ότι δεν φταίει που έχουμε κοντή μνήμη, φταίει που έχουμε κοντό ανάστημα;
Σκέψη τελευταία, μακάβρια ή σωτήρια. Είχαμε, έχουμε και θα έχουμε το πολιτικό σύστημα που μας αξίζει.
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών
Έγραψε ο Ρήγας
"Ο λαός, απόγονος των Ελλήνων, οπού κατοικεί τήν Ρούμελην, τήν Μικράν Ασίαν, τάς Μεσογείους Νήσους, καί όλοι όσοι στενάζουν υπό τήν δυσφορωτάτην τυραννίαν του οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού... εβιάσθησαν νά φύγουν εις ξένα βασίλεια διά νά γλυτώσουν από τόν δυσβάστακτον καί βαρύ αυτού ζυγόν, στοχαζόμενοι ότι ο Σουλτάνος αλησμόνησε καί κατεφρόνησε τήν ανθρωπότητα, εσκληρύνθη η καρδία του κατά της αθωότητος.... ώστε κανένας, οποιασδήποτε τάξεως καί θρησκείας, δέν είναι σίγουρος μήτε διά τήν ζωή του, μήτε διά τήν τιμή του... Ο πλέον ήσυχος, ο πλέον αθώος, ο πλέον τίμιος πολίτης κινδυνεύει κάθε στιγμή νά γίνει ελεεινή θυσία της τυραννικής φαντασίας των άγριων τοποτηρητών του τυράννου, χαιρόντων εις τό ατιμώρητο κρίμα καί εις τήν φονοκτονίαν. Ουρανέ, εσύ είσαι απροσωπόληπτος μάρτυς των τοιούτων κακουργημάτων, Ήλιε, εσύ βλέπεις καθημερινώς τά τοιαύτα θηριώδη τολμήματα. Γή, εσύ ποτίζεσαι αδιακόπως από τά ρείθρα των αθώων αιμάτων.
Όλα τά έθνη πολεμούν καί στούς τυράννους τους ορμούν
έτσι κι ημείς, ώ αδελφοί, νά σηκωθούμεν μέ ορμή
εκδίκησιν ζητούντες, τυράννους απολούντες,
γιά τήν ελευθερίαν μέ χαρά, μπρέ παιδιά.
Λοιπόν, τινάξετε γιά μιά, τήν τυραννίαν καί σκλαβιά.
Παράδειγμά μας είναι, των προπατόρων μνήμαι.
Τώρα καιρός είναι καλός, γιά νά φανεί ο δυνατός
τυράννους νά σκοτώση καί Χριστιανούς νά σώση.
Λοιπόν, ασ κινηθώμεν μέ χαρά στήν Τουρκιά.
Όποιος λοιπόν είναι καλός, κι ορθόδοξος χριστιανός
μέ τ'άρματα στό χέρι, ασ δράμει σάν ξεφτέρι,
τό Γένος του νά σώση μέ χαρά, μπρέ παιδιά.
Σταυρός, η πίστις καί καρδιά, δουφέκια καί καλά σπαθιά,
Αρβανιτιά καί η Τουρκιά χανει καί νούν καί μυελά
όταν σηκωθήτε κι απάνω τους χυθήτε."
Ρήγας Φεραίος
Ιστολόγια