Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ
Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ
Ένας άγγελος κατεβαίνοντας στη γη,ακούει έξαφνα μια κραυγή ,μια ικεσία.
Γυρνά και αρχίζει να αναζητά την κραυγή.
Περιπλανήθηκε αρκετά έως ότου βρήκε μια ψυχούλα τόσο όμορφη τόσο αγνή, αλλά και τόσο μόνη.
Κάθισε δίπλα της, την κοίταξε για αρκετή ώρα χωρίς να μιλά.
Παρατηρώντας τη με τα μάτια της ψυχής του αναγνώρισε μια ψυχή , που κάποτε είχε ακούσει ότι είχε χαθεί στον κυκεώνα της αμφιβολίας και της υποτίμησης της ίδια της ψυχής της.
Αφουγκράστηκε τον πόνο της, είδε την ζωή της εγκλωβισμένη στα βάθη της καρδιά της.
Την λαχτάρα της να την γευτεί , να την μοιραστεί , την ανάσα της βαριά λαχανιασμένη , το δάκρυ της βαρύ.
Ακουμπώντας απαλά επάνω της και γέρνοντας στοργικά το κεφάλι του , άρχισε σιγά σιγά να παίρνει το βαρύ φορτίο επάνω του , δίχως κανένα γογυτό , δίχως μια διαμαρτυρία. Και συνεχίστηκε έως ότου η ψυχή ανάλαφρη πλέον από το βαρύ της φορτίο , πέταξε ολόλαμπρη στα ουράνια.
Ανεβαίνοντας γύρισε προς τον άγγελο και τον ευχαρίστησε για το θείο δώρο.
Αφού η ψυχή ανέβηκε στα ουράνια , ο άγγελος απέμεινε στη γη φορτωμένος με το βαρύ φορτίο του.
Κάθισε κατάχαμα , ξαπόστασε για λίγο και ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα δυο του χείλη.
Έμεινε για ώρα σκεπτικός ώσπου ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό και μια φωνή βγήκε από μέσα του…..Γ Ι Α Τ Ι ; Γιατί τόσος πόνος ,γιατί τόσο δάκρυ , γιατί τόσος φόβος , γιατί θεέ μου εγώ;
Αμέσως όμως κατέβασε το κεφάλι του συγκαταβατικά και σιώπησε για λίγο .
Σηκώθηκε και άρχισε να περιπλανιέται ,έπρεπε να απαντήσει σε όλα αυτά που τον βασάνιζαν για να μπορέσει να ελευθερωθεί και να πετάξει ξανά στα ουράνια.
Πέρασε κάμπους ,βουνά , ποτάμια , πόλεις . Είδε ανθρώπους , είδε πόνο είδε θλίψη .
Βρήκε απαντήσεις για σχεδόν όλα εκτός από ένα , ένα μόνο δεν μπορούσε να απαντήσει………γιατί η ψυχή δεν μπορούσε να δεχτεί την αγάπη στην καρδιά της .
Ανάλαφρος πλέον από το βαρύ του φορτίο αν και καταβάθος ήξερε την απάντηση του μεγαλύτερου του γιατί , με ένα ανάλαφρο πέταγμα , έφτασε δίπλα στην ψυχή.
Την κοίταξε με τα εκφραστικά του μάτια και άρχισε να της μιλά.
Μιλούσε για ώρες ασταμάτητα και όσο μιλούσε τόσο η ψυχή αλάφραινε , όμως κάτι την σκίαζε κάτι……. Και ήταν το γιατί……..
Κοίταξε τον άγγελο…………
Με το γαλήνιο βλέμμα του και την απόλυτη ηρεμία που διαχέονταν πάνω του , λέει στην ψυχή……
-Μην φοβάσαι , πλησιάζει και η ώρα που θα απαλλαγής από τα πάντα , πλησιάζει η ώρα που θα πετάξεις ανάλαφρη. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να σου δώσω την καρδιά μου . Να θυσιαστώ για να ζήσεις μια ζωή ανάλαφρη , ζωντανή………….
Τα πάντα σιώπησαν ……ένα βαρύ μουντό πέπλο πλανάτε γύρω τους….
΄΄ΤΙΙΙΙ; Ο Άγγελος να πεθάνει ;ακούστηκε μια φωνή . Μα είναι δυνατόν ;
-Μαα…ψέλλισε η ψυχή …άγγελε μου…….
-Μην φοβάσαι της λέει ο άγγελος με στοργή . Έτσι πρέπει να γίνει και θα γίνει .
Έχω πάρει άδεια από Τον ΠΑΤΕΡΑ μην φοβάσαι.
Κάθισε απέναντι της , η αγωνία της στιγμής είχε φτάσει στο κατακόρυφο , τα πάντα γύρω σιωπηλά και παγωμένα .
Ένα παράξενο φως έχει τυλίξει τον άγγελο και την ψυχή……….
-Μην φοβάσαι της ξαναλέει , είναι για σένα .
Με μια κίνηση πιάνει με το δεξί του χέρι το χρυσό σπαθάκι που πάντα έχει κρεμασμένο στη ζώνη του.
Το φέρνει στο γυμνό του στήθος και με μια κίνηση το ανοίγει στα δυο.
Έπειτα με σταθερές , αργές κινήσεις και δίχως την παραμικρή κραυγή , βγάζει την καρδιά από τα στήθη του και την ακουμπά απαλά στο γυμνό στήθος της έκπληκτης ψυχής.
Μόλις η καρδιά του αγγέλου ακουμπά την γυμνή σάρκα της ψυχής , σταδιακά εισχωρεί μέσα στο σώμα της έως ότου εξαφανίστηκε .
Ξαφνικά η ψυχή σηκώνετε όρθια και όλο της το σώμα σείεται συθέμελα.
Μόλις σταμάτησε μα σείεται και η ψυχή απέκτησε επαφή με το περιβάλλον , σηκώθηκε τελείως διαφορετική , ανάλαφρη , ξαναγεννημένη , νέα .
Απαλλαγμένη πλέον από τα πάντα ,έτοιμη να πετάξει.
Ένα φως χαράς την έχει τυλίξει και το πρόσωπο της είναι για πρώτη φορά τόσο φωτεινό .
Γυρίζει να δει τον άγγελο της και στην θέση που έπεσε το άψυχο σώμα του ,έχει φυτρώσει μια ολάνθιστη τριανταφυλλιά και σε όλα τα σημεία που έπεσε το αίμα του , έχουν φυτρώσει πολύχρωμες ανεμώνες.
Η ψυχή γεμάτη από ευγνωμοσύνη και με πρωτόγνωρα αισθήματα ευλάβειας , χαράς ανακούφισης φεύγει προς την ζωή και προχωρώντας γυρίζει και λέει με σεβασμό :
-Σ’ ευχαριστώ άγγελε μου , δεν θα σε ξεχάσω ποτέ . Πάντα θα σε έχω μέσα μου, θα ζεις για πάντα μέσα μου Σε ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!!
Και συνέχισε να περπατά προς την ζωή…………………
Πέρασαν μήνες , χρόνια μετά την θυσία του αγγέλου .
Η ψυχή που τόσα δέχτηκε , ζούσε μια όμορφη ζωή , συνεχίζοντας το θεάρεστο έργο του αγγέλου .
Ήταν ευτυχισμένη !!!
Λουσμένη από ένα κατάλευκο φως , χάριζε απλόχερα το είναι της παντού .
Όλα κυλούσαν όμορφα ώσπου μια μέρα συνέβη το αναπάντεχο .
Το φως που την περίελουζε άρχισε να χάνει την λάμψη του και το πρόσωπο της , το αφάνταστα φωτεινό πρόσωπο της άρχισε να σβήνει.
Σιγά σιγά άρχισε να εσωστρέφετε στον εαυτό της μέχρι που έγινε μαύρη.
Όλη η λάμψη της όλη η μαγεία της , έγιναν ξαφνικά μαύρα και το το πρόσωπο της το τόσο απαλό , έγινε τραχύ , άγριο , με ένα βλέμμα βλοσυρό , μισερό .
Όλες αυτές τις μέρες τις ώρες , η ψυχή καθόταν ακίνητη σαν στήλη άλατος.
Μεταλλασσόταν σε κάτι φοβερό, άγριο κάτι το απόκοσμο .
Είχε μαυρίσει τόσο πολύ , που και το χορτάρι που πατούσε είχε γίνει και αυτό μαύρο………….
Όλα γύρω ήταν ήσυχα…………βουβά………………..
Έως που κάποια στιγμή σηκώνει το κεφάλι της προς τον ουρανό.
Το βλοσυρό της βλέμμα σκίζει τον αέρα……… και συνεχίζοντας να κοιτάζει τον ουρανό , λέει με απίστευτη αυθάδεια : ΑΓΓΕΛΕ που είσαι έλα εδώ !!!
Έχω κάτι δικό σου επάνω μου , έλα να το πάρεις !!!
Τα πάντα νέκρωσαν , όλα πέτρωσαν . Τι τόλμησε και ξεστόμισε αυτό το μιερό στόμα;
Τι τι δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν αυτό το ανόμημα…………
-Που είσαι, έλα αμέσως εδώ ! φωνάζει η ψυχή.
Απρόσμενα μέσα σε αυτή τη νεκρή φύση , μέσα σε αυτή τη νεκρή πλάση , από τους ουρανούς άρχισε να κατεβαίνει μια οπτασία ………….Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ακούστηκε μια φωνούλα και κατεβαίνοντας σκορπούσε το ζεστό φως του στην κρύα πλάση .
Πήγε και κάθισε μπροστά στην ψυχή .
-Με φώναξες καλή ψυχούλα μου ;ρώτησε ο άγγελος με μια ολόζεστη και γαλήνια φωνή .
-ΝΑΙ απαντά με βλοσυρότητα η ψυχή .
-Και τι θέλεις ρωτά ο άγγελος .
-Έχω κάτι δικό σου μέσα μου , του λέει . Να το πάρεις δεν το θέλω άλλο .
-Μα …..καλή μου λέει ο άγγελος , αν το πάρω θα χαθείς ,δεν ζεις χωρίς αυτό , είναι κομμάτι σου πλέον .
-ΟΟΧΧΙΙΙΙΙ !!!! του απαντά , να το πάρεις αμέσως. Βαρέθηκα τις αγιοσύνες σου , βαρέθηκα το καλό σου , βαρέθηκα τα πάντα σου και την καλή καρδιά σου . Να την πάρεις αμέσως με ακούς Α Μ Ε Σ Ω Σ !!!
Ο άγγελος βλέποντας το μένος της , με κόπο και δυσκολία σηκώνει το χέρι του προς το μέρος της . Ακουμπά το κρύο και μαύρο δέρμα της και παίρνει την καρδιά του από το σώμα της ψυχής , που με τόση ευλάβεια και στοργή είχε εναποθέσει τότε , τότε που θυσιάστηκε για αυτή .
Την παίρνει και με τρομερή συγκίνηση την ακουμπά στο στήθος του……….
Τη στιγμή που η καρδιά του αγγέλου βγήκε από το σώμα της ψυχής αυτή παρέμενε ακίνητη ,δεν μπορούσε να κινηθεί .
Γιατί την στιγμή που έβγαινε η καρδιά του από το σώμα της ,μαζί της έβγαινε και η ζωή και η ψυχή έτσι παρέμενε ακίνητη.
Κοιτάζοντας τον άγγελο με οίκτο πρόλαβε να ψελλίσει ‘μαα’, όταν με .ένα τρομερό βουητό η γη άρχισε να τρέμει κάτω από τα πόδια τους.
Το μέρος πίσω τους σκίστηκε στα δυο ανοίγοντας ένα μεγάλο χάσμα .
Από μέσα του ξεπετάχτηκαν δυο τεράστια μαύρα φίδια της κολάσεως .
Με διαπεραστικές κραυγές και απειλητικές διαθέσεις , στρέφονται προς το μέρος της ψυχής προτάσσοντας τα φοβερά σαγόνια τους.
Η ψυχή έντρομη στρέφετε προς τον άγγελο και την στιγμή που πάει να ψελλίσει το όνομα του , τα φίδια με μια αστραπιαία κίνηση και ένα θανάσιμο εναγγαλιασμό , την αρπάζουν και χάνονται στα βάθη της γης παρασέρνοντας και την ψυχή μαζί τους .
Όταν χάνονται τελείως η γη κλείνει πίσω τους και εξαφανίζονται για πάντα .
Έτσι απομένει ο άγγελος μοναχός με την καρδιά του στα χέρια του .
Από τα μάτια του τρέχουν ασταμάτητα δάκρυα και κρατώντας με προσοχή την καρδιά του , άρχισε να ανεβαίνει στους ουρανούς γεμάτος πικρία και θλίψη , γεμάτος πόνο και οδύνη για αυτόν τον βάναυσο χαμό της ψυχής .
Ώσπου χάθηκε…………..χάθηκε στους ουρανούς……………………………
Με αυτό το γραπτό μου έχω προσωπικά τιμήσει μια μνήμη ενός ανθρώπου που τώρα πλέον δεν είναι στην ζωή.
Ταπεινά θα περιμένω την γνώμη σας................................................
Ευχαριστώ θερμά τους υδριτές του ιστοχώρου για αυτόν τον υπέροχο τόπο που δημιούργη
σαν...................
ΕΡΑΤΩ
ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΣΑΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ... ΠΑΡΑΘΕΤΩ
ΕΝΑ ΓΡΑΠΤΟ ΜΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ
ΣΑΣ...
Ε Ρ Α Τ Ω
Είχα
ακούσει μια φορά σε ένα χωριό που γυρνούσα , ότι στο δάσος λίγο
μακρύτερα από το χωριό , ζούσε μονάχη της μια όμορφη κοπέλα .
Ρώτησα απο περιέργεια τους χωρικούς , πως μια όμορφη κοπέλα ζούσε όλομόναχη στο δάσος μα απάντηση δεν πήρα από κανέναν.
Άλλοι με σραβοκοίταξαν , άλλοι μου έλεγαν μισόλογα , άλλοι μου γύρισαν την πλάτη .
Μόνο ένα συμπαθητικό γεροντάκι με κοίταξε στα μάτια και μου είπε :
Την απάντηση γιόκα μου μόνο η ίδια μπορεί να σου την δώσει . Από εδώ κανένας δεν μπορεί να πει τίποτα .
Μόνο γιόκα μου πρόσεξε , συνέχισε ο γέροντας .
Αμα πας να την δείς όσο θα σου μιλά και θα της μιλάς , δεν θα την
κοιτάξεις στα μάτια .ποτε , γιατι αν θα την κοιτάξεις στα μάτια ,τότε
θα σκλαβωθείς και θα μείνεις για πάντα μαζί της.
Αυτή είναι η
κατάρα της μου έλεγε και τα μάτια του είχαν πάρει μια περίεργη
λάμψη και γιαυτό μένει ολομόναχη η πανέμορφη ερατώ μας .
Και σώπασε τελειώνοντας τα λόγια του .
Ερατώ … σκεφτόμουν… κατάρα... μάτια… για πάντα ;
Ευχαριστώ παππούλη του είπα , και ξεκίνησα για να πάω στο δάσος να
βρω την ερατώ ,δίχως να ξέρω τον πραγματικό λόγο που με έσπρωχνε να πάω να την βρώ …………..
Περπάτησα όχι και για πολύ ώρα και μπήκα στο δάσος .
Αλλού πυκνά ,αλλού αραιά , όχι και πάρα πολύ φώς….κάπως περίεργο .
Περπατώντας
άρχισα να νοιώθω οικεία με το δάσος , σα να ήταν κάτι δικό μου, δεν
φοβόμουναντιθέτως ένοιωθα μια ηρεμία ,μια ζεστασιά που δεν την είχα
ξανανοιώσει εως τώρα.
Βρέθηκα μπροστά σε ένα όμορφο σπίτι , άσπροι
τοίχοι,σκεπή από άχυρο που έμοιαζε να ξεκινά από τον ουρανό
καταλήγοντας στην γη , δυο καφετιά παράθυρα με μια ξύλινη πόρτα .
Απ ‘έξω ένα πέτρινο πεζούλι και ένας μικρός κήποςμε πολύχρωμα λουλούδια.
Επάνω στο πεζούλι καθόταν μια μελαχρινή πανέμορφη κοπέλα και χτένιζε τα μακρυά μαλλιά της με μια φιλντισένια χτένα .
Περίτεχνη χτένα ,πανέμορφο σκάλισμα με τρία μαργαριτάρια , που όμοια τουςδεν υπάρχουν .
-Γειά σου ξένε ,μου λέει η κοπέλα ,τι ζητάς έδω,πως σε λένε ;
-Γειά σου και έσένα τις αποκρίνομαι .Ξένος είμαι περαστικός από τα μέρη σας .
Άκουσα την ιστορία σου κοπέλα μου και με παραξένεψε πολύ .
Έτσι αποφάσισανα έρθω να σε βρώ για να σε ρωτήσω το εξής
‘ Πως μια πανέμορφη κοπέλα σαν εσένα ,ζει μόνη της στο δάσος;
Γιατί τόση απομόνωση ;Γιώργο με λένε εσένα όμορφη κοπελιά πως σε λένε; Την ρώτησα .
Πραγματικά
ήταν μια όμορφη κοπέλα , εκθαμβωτικά όμορφη και συνάμα ελκυστική . Και
ενώ όλη αυτή την ώρα η κοπέλα δεν μου κμιλούσε , μου λέει έξαφνα με μια
γλυκειά αι ζεστή φωνή…
Κάθησε δίπλα μου ,είναι μεγάλη ιστορία και θα κουραστείς όρθιος.
Κάθησα δίπλα της με ανάμεικτα συναισθήματα ,κάτι με έσπρωχνε να φύγω και κάτι να μείνω…….
Τελικά έκατσα δίπλα της με τα μάτια μου συνεχώς κάτω ,δεν έβλεπα τίποτε .
Το
μόνο που έβλεπα ήταν τα πόδια της , δύο υπέροχα απλά γοβάκια και μια
επιδερμίδα άσπρη αλλά με μεταξένια ύφη…..πόσο όμορφα ήταν….σκέφτηκα και
η κοπέλα(ερατώ θα την λέω καλύτερα) αρχίζει να μιλά…………………………..
-Πρίν από δέκα χρόνια είχα γνωρίσει ένα νέο , άγγελος λεγόταν .
Ψηλός με κανονική κορμοστασιά , καστανόξανθα μαλλιά και δυο καστανοπράσινα μάτια που μέσα τους μπορούσες να δείς τον κόσμο όλο.
Έξυπνος άνθρωπος με πλούσια χαρισματα και έναν ψυχικό κόσμο που χωρούσε όλη η πλάση μέσα .
Σπάνιος άνθρωπος και συνεχίζοντας με ένα αναστεναγμό…εμφανίστηκε μια μέρα ξαφνικά από το πουθενά .
Ήρθε με βρήκε , με κοίταξε στα μάτια και μου είπε.
-Είμαι εδώ για εσένα μόνο για έσενα δίχως να σου ζητάω τίποτα.
Έτσι απλά μπορώ να σου δωθώ για το καλό σου!!!!
- Ο άγγελος που λες παλικάρι μου , ήταν πραγματικά ότι έλεγε και έδειχνε.
Ευγενικός με αληθινά αισθήματα , δυνατός και οξυδερκήςσε σημείο που αρκετές φορές με έφερνε σε αμηχανία.
Ήταν πάνω απ’ όλαβράχος σε ότι έλεγε και σε ‘ότι πίστευε .
Μου έδειχνε κάθε μέρα κάθε στιγμή κάθε λεπτό ,το πόσο νοιαζόταν για εμένα.
Το πόσο το κάθε τι που θα μου έκανε κακό και με προστάτευε .
Όμως τι τα θέλεις παλικάρι μου ήμουν νέα και άμυαλη .
Ενώ ο άγγελος μου έδειχνε τόσα και τόσα ,έγω το έπαιζα δύσκολη
και τον απόφευγα .
έκανε τα πάντα για να με δεί και εγώ τα πάντα για να κρυφτώ .
΄Έδειχνε το πόσο πολύ ήθελε να μου κάνει καλό και εγώ τον αγνοούσα.
Που να ήξερα η άμυαλη το πόσο κακό του έκανα……δεν ήξερα
πραγματικά δεν ήξερα δεν ήξερα…………
Η ερατώ σιωπαίνει ξαφνικά……ένα δάκρυ βλέπω να κυλά από τα μάτια της και να πέφτει στην γη ανάμεσα στα δυο της γοβάκια.
Απόρρησα προς στιγμή αλλά δεν είπα τίποτα………………..
Μετά από λίγη σιωπή η ερατώ συνεχίζει….
-Η άμυαλη…ήταν ένα μεγάλο σφάλμα αυτό που έκανα , σκέψου σε τι σημείο τον είχα φέρει που ένα βράδυ μου είχε πει .
‘Ε
Ρ Α Τ Ω Σε αγαπώ και θα Σε αγαπώ αιώνια!!!Ποτέ δεν θα αλλάξει αυτό
.Σου ορκίζομαι ότι εάν χρειαστεί θα δώσω και την ζωή μου για εσένα’
Πόσο κουτή ήμουν….σκέψου ότι μετά από εκείνο το βράδυ άνοιξε την καρδιά του και άφησε όλη του την αγάπη να με αγκαλιάσει.
Την ένοιωθα παντού ,δίπλα μου , μέσα μου…..παντού σε όλη την πλάση.
Είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο , τέτοια ένταση που τα είχε δώσει όλα μα όλα.Δεν είχε πλέον τίποτα άλλο να δώσει .
Αλλά τι τα θες; Είπαμε νέα και άμυαλη …………
-Οάγγελος λοιπόν είχε φτάσει σε σημείο που με εκλιπαρούσε για λίγη αγάπη , λίγη χαρά .
Ένα δάκρυ ,ενα χαμόγελο λίγη ευτυχία .
Δεν ζητούσε τίποτα για αυτόν τ ί π ο τ α .Όλα τα έδινα για εμένα ,όλα τα έκανε για εμένα .
Και εγώ τι έκανα; τι; Αναρωτιέται η ερατώ και σηκώνετε όρθια .
Μην τολμώντας να σηκώσω τα μάτια μου ρίχνω μια κλέφτη ματιά……
Πανύψηλη κοπέλα λεπτή σιλουέτα…………
-Τι έκανα ; τον αγνόησα , τον καταράκωσα .
Εκλιπαρούσε να με δει για λίγο για μια στιγμή στο παραθύρι μου και έγω κρυβόμουν .
Προσπαθουσε
με νύχια και με δόντια να με δει και εγώ δεν εμφανιζόμουν πουθενά μέχρι
που έφτασα σε σημείο να απαξιώσω όλα όσα μου έδινε απλόχερα ,όλα μα
όλα η τρελλή…και ξανακάθετε δίπλα μου με το κεφάλι της να είναι ανάμεσα
στα πόδια της και να κλαίει με ασταμάτητους λυγμούς.
Τότε δεν ξέρω το γιατί , σήκωσα το βλέμα μου δίχως να φοβάμαι και κοίταξα την ερατώ.
Όλο το σώμα της το διαπερνούσαν οι σπασμοί των λυγμών .
Ακούμπόντας το χέρι μου στο κεφάλι της της λέω με ζεστό τόνο στην φωνή μου….
-Ησύχασε ερατώ ηρέμησε , να σε ρωτήσω κάτι ;
Η έρατώ σταμάτησε σε μια στιγμή να κλαίει και σηκώνοντας αργά το κεφάλι της με ρώτησε………
-Με κοιτάς και δεν φοβάσαι το τι μπορείς να πάθεις ; Έχεις το θάρρος και το κάνείς αυτό;
- Ναι της απαντάω , ναι ερατώ . Πες μου γιατί όλα αυτά , γιατί το τόσο άδικο ;……..Σιωπή για λίγο………………………
Για μια στιγμήσα σα να φοβήθηκα και χαμήλωσα το κεφάλι μου………
- Ρωτάς γιατί; Λέει με λίγο παγερή την φωνή της ….γιατί…………….
Γιατί φοβόμουν ,γιατί δεν είχα ξανανοιώσει έτσι στην ζωή μου .
Άβγαλτη κοπέλα άμαθη ήμουν δεν ήξερα….δεν ήξερα τίποτα τίποτα.
Ούτε τι πάει να πει αγάπη πόνος αισθήματα θλίψη ΤΙΠΟΤΑ.
Πάντα
στην ζωή μου με προστάτευαν και με καθοδηγούσαν μέχρι που ήρθε ο
άγγελος στη ζωή μου που πιστέυω ότι ήταν πραγματικός άγγελος
και μου έκανε τον κόσμο μου άνω κάτω.
Ανέτρεψε τα πάντα μέσα μου δείχνωντάς μου τι είναι η ζωή οι άνθρωποι
τα αληθινά αισθήματα και έγω φοβόμουν ,πόσο φοβόμουν .
Αχχ θεέ μου γιατί γιατί τι σου έκανα ; γιατί ;
Και συνεχίζοντας …………..
Μια μέρα μην αντέχοντας άλλο εξαφανίστικε από το χωριό .
Πέρασε μια βδομάδα και κανείς δεν τον είχε δεί , κανείς δεν είχε νέα του.
Εως ότου ένα μεσημέρι ένας χώρικος είπε ότι βρήκε το σώμα του αγγέλου πέσμένο στο διαβολόρεμα λίγο πιο μακρυά από το χωριό .
Νεκρό αλλά με ένα πρόσωπο γαλήνιοκαι ένα χαμόγελο στα χείλη .
Ήταν νύχτα όταν βγήκα από το σπίτι μου δεν ήθελα να με δει κανένας.
Ο άγγελος νεκρός…νεκρός και ποιος έφταιγε για αυτό ;
Δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω κανέναν , έφυγα μέσα στη νύχτα
και ήρθα να ζήσω έδω μόνη μου με τις ενοχές μου τις ερυνείες μου και το αβάσταχτο βάρος των συνεπειών από τις πράξεις μου.
ΚΑΙ τώρα που έμαθες την ιστορία μου μπορείς να φύγεις μου λέει με ένα προστακτικό τόνο τελειώνοντας τα λόγια της .
-Όχι
ερατώ της απαντώ αμέσως .Θέλω να δω στα μάτια σου αν πραγματικά το
μετάνοιωσες , της λέω με πρωτόγνωρο θάρρος και με μιάς σηκώνω το
κεφάλι μου και την κοιτώ μέσα στα μάτια της .
Δυο πανέμορφα καστανά μάτια με κοιτούν με έκπληξη και απορία συνάμα.
…….μααα…ψελίζει η ερατώ και εγώ της κλείνω με το δάκτυλό μου τα δυο της χείλη.
-Μην ΦΟΒΑΣΑΙ της λέω ,συνεχίζοντας να την κοιτώ βαθειά μέσα στα μάτια της μην φοβάσαι ,όλα τώρα πέρασαν και όλα συγχωρέθηκαν….
-Όλοι……..μα γιώργο ….και ο άγγελος…όλα όσα….όλα..;
-Όλα τι ερατώ ;Φτάνει έως εδώ όλα όσα πλήρωσες .Αρκετό το κρίμα σου που κουβαλάς τόσα χρόνια.
Ήσουν μικρή ,άμυαλη ,αδαής όπως είπες και εσυ.Είναι κρίμα να πληρώνεις κάτι που δεδν φταίς στην ουσία .
Όλα πέρασαν όλα έφυγαν , εξηλεώθηκαν .
Είσαι ελεύθερη να ζήσεις την ζωή σου ,δίχως να σε βασανίζει τίποτα πλέον.
Έλα της λέω και της πιάνω το χέρι , ακολουθησέ με της λέω με ένα ζεστό τόνο στην φωνή μου .
Έτσι αρχίσαμε να περπατάμε προς το χωριό μέχρι την πόρτα του σπιτιού της .
ΠΑΝΤΑ η συγχώρεση είναι μέσα μας και την δίνουμε όταν πραγματικά αξίζει . Μόνο τότε…………………………………
Και έτσι έζησε πλέον η ΕΡΑΤΩ την υπόλοιπη ζωή της όμορφα , ήσυχα μέχρι τα βαθειά της γεράματα……………!!!!!
Ιστολόγια 